Μετάφραση του "interception" σε Ελληνικά
Οι ανάσχεση, υποκλοπή, διακοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interception" σε Ελληνικά.
An act of intercepting something, the state of being intercepted, or a thing that is intercepted. [..]
-
ανάσχεση
nounThe Moscheta and Felciaione springs are due to be intercepted in August 2001.
Η ανάσχεση των πηγών Moschetta και Felciaione προβλέπεται να πραματοποιηθεί τον Αύγουστο 2001.
-
υποκλοπή
Malicious interception of communications compromises the confidentiality and integrity requirements of users.
Η δόλια υποκλοπή επικοινωνιών θέτει σε κίνδυνο τις αξιώσεις εμπιστευτικότητας και ακεραιότητας των χρηστών.
-
διακοπή
noun feminineWhether that meeting was an accident or a deliberate interception.
Αν η συνάντηση ήταν τυχαία, ή μια εσκεμμένη διακοπή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παρεμπόδιση
- ανάσχεση, υποκλοπή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interception " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "interception"
Φράσεις παρόμοιες με "interception" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τομής 2ης τάξης
-
Πύλη νόμιμης υποκλοπής
-
Πιθανότητα παρεμβολής
-
Σημείο τομής δεύτερης τάξεως
-
Τομής 3ης τάξης
-
ανακόπτω · αναχαιτίζω · διακόπτω · παρεμποδίζω
-
Σημείο τομής
-
Τομής 3ης τάξης