Μετάφραση του "interconnect" σε Ελληνικά

Οι συνδέω, αλληλοσυνδεόμενο δίκτυο, Διασυνδέω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interconnect" σε Ελληνικά.

interconnect verb γραμματική

(transitive) To connect to one another. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδέω

    verb

    I am persuaded of that by two arguments which are closely interconnected.

    Δύο επιχειρήματα, τα οποία συνδέονται στενώς μεταξύ τους, θεωρώ ότι έχουν καθοριστική σημασία εν προκειμένω.

  • αλληλοσυνδεόμενο δίκτυο

    A private network that connects nodes in a cluster.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interconnect " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Interconnect
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διασυνδέω

    It interconnects national customs and tax administrations in approximately 5.000 connection points.

    Αυτό διασυνδέει τις εθνικές τελωνειακές και φορολογικές διοικήσεις σε περίπου 5 000 σημεία σύνδεσης.

Φράσεις παρόμοιες με "interconnect" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interconnect" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη