Μετάφραση του "interconnection" σε Ελληνικά
Το διασύνδεση είναι η μετάφραση του "interconnection" σε Ελληνικά.
interconnection
noun
γραμματική
A connection (physical or logical) between multiple things [..]
-
διασύνδεση
noun feminineThis includes, in particular, the interconnection of national registries of train drivers’ licences and certificates.
Εν προκειμένω, προβλέπεται, ειδικότερα, η διασύνδεση των εθνικών μητρώων αδειών και πιστοποιητικών των μηχανοδηγών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interconnection " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "interconnection" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διάγραμμα διασύνδεσης καλωδίου
-
Διάγραμμα διασύνδεσης καλωδίου
-
γραμμή διασύνδεσης
-
Δίκτυο τοπικής διασύνδεσης
-
Σημείο ενδοσύνδεσης
-
Δίκτυο τοπικής διασύνδεσης
-
Προφίλ διασύνδεσης κυβερνητικών ανοικτών συστημάτων
-
αλληλοσυνδεόμενο δίκτυο · συνδέω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη