Μετάφραση του "interconnected" σε Ελληνικά

Οι διασυνδεδεμένος, αλληλένδετος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interconnected" σε Ελληνικά.

interconnected adjective verb γραμματική

intertwined; connected at multiple points or levels [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διασυνδεδεμένος

    particle

    A more interconnected world will bring new opportunities as well as increased threats.

    Ένας περισσότερο διασυνδεδεμένος κόσμος θα προσφέρει νέες ευκαιρίες, όπως και αυξημένες απειλές.

  • αλληλένδετος

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interconnected " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "interconnected" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interconnected" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη