Μετάφραση του "interminable" σε Ελληνικά

Οι ακατάπαυστος, αιώνιος, απέραντος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interminable" σε Ελληνικά.

interminable adjective γραμματική

Existing or occurring without interruption or end; ceaseless, unending. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακατάπαυστος

    adjective
  • αιώνιος

    adjective
  • απέραντος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ατέλειωτος
    • ατέρμονος
    • ατέρμων
    • ατελεύτητος
    • ατελείωτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interminable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interminable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη