Μετάφραση του "interventionism" σε Ελληνικά

Οι επεμβατισμός, κρατικός παρεμβατισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interventionism" σε Ελληνικά.

interventionism noun γραμματική

(politics) The political practice of intervening in a sovereign state's affairs. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επεμβατισμός

    noun masculine
  • κρατικός παρεμβατισμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interventionism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interventionism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη