Μετάφραση του "interview" σε Ελληνικά
Οι συνέντευξη, παίρνω συνέντευξη, συνεντευξιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interview" σε Ελληνικά.
interview
verb
noun
γραμματική
(obsolete) An official face-to-face meeting of monarchs or other important figures. [16th-19th c.] [..]
-
συνέντευξη
noun femininea formal meeting for the assessment of a candidate or applicant [..]
Tom agreed to give us an interview.
Ο Τομ συμφώνησε να μας δώσει μια συνέντευξη.
-
παίρνω συνέντευξη
verbto have an interview [..]
Now, Lois, I know you're the only reporter to get an interview with the president.
Lois, ξέρω ότι είσαι η μόνη ρεπόρτερ που θα πάρει συνέντευξη από τον πρόεδρο.
-
συνεντευξιάζω
verbto have an interview [..]
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interview " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "interview"
Φράσεις παρόμοιες με "interview" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συνέντευξη λήξης της απασχόλησης
-
Συνέντευξη άγχους
-
παίρνω συνέντευξη
-
Συνέντευξη προ της εξόδου
-
συνεντευξιαζόμενος
-
εξεταστής, -τάστρια · συνεντευκτής, -τεύκτρια
-
Συνεντεύξεις πληροφορητών
-
επαγγελματική συνέντευξη · συνέντευξη εργασίας · συνέντευξη πρόσληψης · συνέντευξη υποψήφιου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη