Μετάφραση του "interviewee" σε Ελληνικά

Οι εξεταζόμενος, συνεντευξιαζόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interviewee" σε Ελληνικά.

interviewee noun γραμματική

Someone being interviewed; the recipient of an interview; usually, the one answering the questions. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξεταζόμενος

  • συνεντευξιαζόμενος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interviewee " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interviewee" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη