Μετάφραση του "intimate" σε Ελληνικά
Οι οικείος, ενδόμυχος, στενός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intimate" σε Ελληνικά.
intimate
adjective
verb
noun
γραμματική
(transitive) To suggest or disclose discreetly. [..]
-
οικείος
adjective masculineclosely acquainted; familiar
I don't think Christie would ever let anyone get that intimate with her.
Δε νομίζω ότι η Κρίστι θα άφηνε ποτέ κάποιον να γίνει τόσο οικείος μαζί της.
-
ενδόμυχος
adjectiveof or involved in a sexual relationship
-
στενός
adjective masculineclosely acquainted; familiar
It is intimately connected with its cosmic neighbours.
Είναι στενά συνδεδεμένο με την κοσμική τους γείτονές της.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προσωπικός
- ιδιωτικός
- βαθύς
- υποδηλώνω
- μύχιος
- υπαινίσσομαι
- ανακοινώνω
- κολλητός
- βαθυστόχαστος
- λέω κτ απέξω απέξω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intimate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "intimate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρκετά
-
αναγγελία · υπαινιγμός
-
έχω σεξουαλική επαφή · γαμώ · κάνω · κάνω έρωτα · κοιμάμαι · παίρνω · πηδώ · συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι
-
στενά συνυφασμένος με
-
εσώρουχα πολυτελείας
-
θα γνωριστούμε καλύτερα
-
στενό περιβάλλον
-
αρκετά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη