Μετάφραση του "intolerable" σε Ελληνικά

Οι αβάσταχτος, ανυπόφορος, δεν παλεύεται είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intolerable" σε Ελληνικά.

intolerable adjective γραμματική

Not tolerable; not capable of being borne or endured; not proper or right to be allowed; insufferable; insupportable; unbearable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αβάσταχτος

    adjective

    And the pain of it intolerable.

    Κι ο πόνος αβάσταχτος.

  • ανυπόφορος

    Adjective

    Ten years ago, pain from the burns would have been intolerable.

    Πρίν δέκα χρόνια, ο πόνος όταν καίγεσαι ήταν ανυπόφορος.

  • δεν παλεύεται

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intolerable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intolerable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδιαλλαξία · δυσανεξία · μισαλλοδοξία
  • ανυπόφορα
  • αδιάλλακτος · δυσανεκτικός · μισαλλόδοξος
  • Δυσανεξία στη λακτόζη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intolerable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη