Μετάφραση του "intolerance" σε Ελληνικά

Οι μισαλλοδοξία, δυσανεξία, αδιαλλαξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intolerance" σε Ελληνικά.

intolerance noun γραμματική

(uncountable) the state of being intolerant [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μισαλλοδοξία

    Noun

    His tiny brain has been calcified by intolerance.

    Το στενό μυαλουδάκι του έχει δηλητηριαστεί από τη μισαλλοδοξία.

  • δυσανεξία

    noun - Ιατρ., μόνο στον εν.

    Παθολογική κατάσταση στην οποία ο οργανισμός αντιδρά, κατά την είσοδο σε αυτόν, σε διάφορες ουσίες ή πρόσθετα που εμπεριέχονται σε ορισμένα τρόφιμα, λόγω έλλειψης κάποιου ενζύμου ή άλλης βιοχημικής διαταραχής. [ΜΗΛΝΕΓ]

    This is Eliza, and she's lactose intolerant, so no milk.

    Αυτή είναι η Ελίζα, έχει δυσανεξία στη λακτόζη, οπότε όχι γάλα.

  • αδιαλλαξία

    noun

    And this is indeed the principle which in many countries has led to totalitarianism, intolerance and 'people's democracies'.

    Αυτή ακριβώς η θέση οδήγησε πολλές χώρες στον ολοκληρωτισμό, στην αδιαλλαξία, στις «λαϊκές δημοκρατίες».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intolerance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Intolerance

Intolerance (film)

+ Προσθήκη

"Intolerance" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Intolerance στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "intolerance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αβάσταχτος · ανυπόφορος · δεν παλεύεται
  • ανυπόφορα
  • αδιάλλακτος · δυσανεκτικός · μισαλλόδοξος
  • Δυσανεξία στη λακτόζη
  • αβάσταχτος · ανυπόφορος · δεν παλεύεται
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intolerance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη