Μετάφραση του "intolerant" σε Ελληνικά

Οι μισαλλόδοξος, δυσανεκτικός, αδιάλλακτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intolerant" σε Ελληνικά.

intolerant adjective noun γραμματική

Unable or indisposed to tolerate, endure or bear. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μισαλλόδοξος

    This judge did seem to suggest some intolerance for it.

    Ο δικαστής φάνηκε να υπονοεί ότι είναι μισαλλόδοξος νόμος.

  • δυσανεκτικός

    adjective

    He's lactose and gluten intolerant.

    Είναι δυσανεκτικός στην λακτόζη και στην γλουτένη.

  • αδιάλλακτος

    adjective

    I think he's lactose intolerant.

    Νομίζω ότι είναι λακτοζικά αδιάλλακτος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intolerant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intolerant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδιαλλαξία · δυσανεξία · μισαλλοδοξία
  • αβάσταχτος · ανυπόφορος · δεν παλεύεται
  • ανυπόφορα
  • Δυσανεξία στη λακτόζη
  • αβάσταχτος · ανυπόφορος · δεν παλεύεται
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intolerant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη