Μετάφραση του "introduction" σε Ελληνικά
Οι εισαγωγή, σύσταση, είσοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "introduction" σε Ελληνικά.
The act or process of introducing. [..]
-
εισαγωγή
noun feminineinitial section of a book or article which introduces subject material [..]
Cold injector for direct introduction into the column.
Σύστημα έγχυσης εν ψυχρώ για απευθείας εισαγωγή στη στήλη.
-
σύσταση
noun femininemeans of presenting one person to another
Is deception with the wife regarded as an introduction to the husband? !
Η εξαπάτηση με τη σύζυγο θεωρείται σύσταση στον σύζυγο?
-
είσοδος
noun femininethe list of third countries from which the introduction into the European Union of such consignments is authorised.
τον κατάλογο τρίτων χωρών από τις οποίες επιτρέπεται η είσοδος τέτοιων αποστολών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δημιουργία
- πρωτοβουλία
- εγχειρίδιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " introduction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "introduction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συστατική επιστολή
-
Εισαγωγή στη γενική σχετικότητα
-
εισαγωγή φυτικού είδους
-
εισαγωγή ζωικού είδους
-
Εισαγωγή στους ιούς