Μετάφραση του "introducing" σε Ελληνικά

Οι γνωριμία με, εγκαίνια, εισαγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "introducing" σε Ελληνικά.

introducing verb

Present participle of introduce . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνωριμία με

    I decided then and there I had no wish to further acquaintance with the woman by introducing myself to her.

    Αποφάσισα τότε ότι δεν είχα καμία επιθυμία για περαιτέρω γνωριμία με τη γυναίκα.

  • εγκαίνια

  • εισαγωγή

    noun

    A third option would be to introduce a generalised correction mechanism.

    Μια τρίτη επιλογή θα ήταν η εισαγωγή ενός γενικευμένου διορθωτικού μηχανισμού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ιδού
    • καθιέρωση
    • καθιερώνεται
    • παρουσίαση
    • προϋπαντώ
    • πρόλογος σε
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " introducing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "introducing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καταθέτω πρόταση νόμου
  • αγγέλω · βάζω · γνωρίζω · εγκαινιάζω · εισάγω · εμφυτεύω · ενθέτω · θέτω · καθιερώνω · μπήγω · παριστάνω · παρουσιάζω · προσάγω · συνιστώ · συστήνω · υιοθετώ · φορώ
  • εισηγητής
  • εισάγω · συστήνω
  • αγγέλω · βάζω · γνωρίζω · εγκαινιάζω · εισάγω · εμφυτεύω · ενθέτω · θέτω · καθιερώνω · μπήγω · παριστάνω · παρουσιάζω · προσάγω · συνιστώ · συστήνω · υιοθετώ · φορώ
  • αγγέλω · βάζω · γνωρίζω · εγκαινιάζω · εισάγω · εμφυτεύω · ενθέτω · θέτω · καθιερώνω · μπήγω · παριστάνω · παρουσιάζω · προσάγω · συνιστώ · συστήνω · υιοθετώ · φορώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "introducing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη