Μετάφραση του "intuitive" σε Ελληνικά

Οι διαισθητικός, ενστικτώδης, αυτονόητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intuitive" σε Ελληνικά.

intuitive adjective noun γραμματική

automatic, without requiring conscious thought; easily understood or grasped by intuition [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαισθητικός

    He's not naturally an intuitive thinker, you can't change him in a day.

    Δεν είναι διαισθητικός στοχαστής, να τον αλλάξεις σε μια μέρα.

  • ενστικτώδης

    adjective masculine, feminine

    The first is sort of the restoration idea, and it's somewhat intuitive.

    Η πρώτη είναι η ιδέα της αποκατάστασης και είναι κάπως ενστικτώδης.

  • αυτονόητος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εύκολα αντιληπτος, ευκολονόητος
    • θέμα διαίσθησης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intuitive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intuitive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαισθάνομαι
  • απροδιαίσθητος
  • Διαίσθηση · αισθητήριο · διαίσθηση · διορατικότητα · ενόραση · προαίσθημα
  • από διαίσθηση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intuitive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη