Μετάφραση του "inundate" σε Ελληνικά

Οι κατακλύζω, πλημμυρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inundate" σε Ελληνικά.

inundate verb γραμματική

To cover with large amounts of water; to flood. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατακλύζω

    verb

    Police have been inundated with reports of home invasions and attacks...

    Τις τελευταίες ημέρες η αστυνομία κατακλύζεται από αναφορές για κατ'οίκον εισβολές και επιθέσεις...

  • πλημμυρίζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inundate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inundate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κατακλυσμός · πλημμύρα · πρόσχωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inundate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη