Μετάφραση του "Inuit" σε Ελληνικά
Οι Ίνουιτ, Ινουίτης, ινουίτικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Inuit" σε Ελληνικά.
Inuit
adjective
noun
proper
γραμματική
Any of several Aboriginal peoples of coastal Arctic Canada, Alaska, and Greenland. [..]
-
Ίνουιτ
-
Ινουίτης
-
ινουίτικος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Inuit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη