Μετάφραση του "invade" σε Ελληνικά

Οι εισβάλλω, εκτελώ επιδρομή, επιδράμω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "invade" σε Ελληνικά.

invade verb γραμματική

(transitive) To move into. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισβάλλω

    verb

    He is a criminal fugitive who invaded our coach without permission.

    Είναι ένας φυγάδας εγκληματίας που εισέβαλε στην άμαξά μας χωρίς άδεια.

  • εκτελώ επιδρομή

  • επιδράμω

    καταχρ.
  • προσβάλλω

    (για αρρώστια)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " invade " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "invade" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαρρήκτης · εισβολέας
  • εισβάλλω
  • εισβολέας · επιδρομέας
  • εισβολέας · επιδρομέας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "invade" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη