Μετάφραση του "invalidate" σε Ελληνικά
Οι ακυρώνω, ακυρώσει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "invalidate" σε Ελληνικά.
invalidate
verb
γραμματική
To make invalid. Esp. applied to contract law. [..]
-
ακυρώνω
verbThis means that any single invalid run invalidates an entire run sequence of three runs.
Αυτό συνεπάγεται ότι κάθε άκυρη μέτρηση ακυρώνει ολόκληρη τη σειρά των τριών μετρήσεων.
-
ακυρώσει
This means that any single invalid run invalidates an entire run sequence of three runs.
Αυτό συνεπάγεται ότι κάθε άκυρη μέτρηση ακυρώνει ολόκληρη τη σειρά των τριών μετρήσεων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " invalidate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "invalidate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακυρότητα εκλογής
-
μη έγκυρη πληροφορία
-
κατά φαντασίαν ασθενής
-
αναπηρική καρέκλα
-
ακυρωσία · ακυρότητα
-
άκυρη υπογραφή
-
άκυρη ψήφος
-
άκυρος · ανάπηρος · ανίσχυρος · αντικανονικός · δεν είναι έγκυρο · σακάτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη