Μετάφραση του "invalidating" σε Ελληνικά

Το ακυρωτικός είναι η μετάφραση του "invalidating" σε Ελληνικά.

invalidating adjective verb

Present participle of invalidate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακυρωτικός

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " invalidating " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "invalidating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "invalidating" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη