Μετάφραση του "inviting" σε Ελληνικά

Οι ελκυστικός, δελεαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inviting" σε Ελληνικά.

inviting adjective noun verb γραμματική

Alluring; tempting; attractive. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελκυστικός

    adjective masculine

    Hardly an inviting planet even for a research establishment.

    Καθόλου ελκυστικός πλανήτης, ακόμη και για ερευνητικές εγκαταστάσεις.

  • δελεαστικός

    In fact, the louder the noise on a reef, the more inviting it is to newcomers.

    Στην πραγματικότητα, όσο πιο δυνατός είναι ο θόρυβος σε έναν ύφαλο... τόσο πιο δελεαστικός είναι για τους νεοεισερχόμενους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inviting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inviting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Πρόσκληση
  • '' '' προσκαλώ · '' '' φωνάζω · δελεάζω · ενθαρρύνω · καλώ · μετακαλώ · παρακαλώ · πλανεύω · προκαλώ · προσκαλώ · πρόσκληση · σαγηνεύω · φέρνω
  • πρόσκληση υποβολής προσφορών
  • Πρόσκληση για προσφορές
  • καλώ · παροτρύνω · προσκαλώ
  • προσκλητήριο
  • κλείνω ραντεβού
  • Πρόσκληση για προσφορές
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inviting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη