Μετάφραση του "invoke" σε Ελληνικά

Οι επικαλούμαι, αιτιώμαι, προβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "invoke" σε Ελληνικά.

invoke verb γραμματική

(transitive) To call upon (a person, especially a god) for help, assistance or guidance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επικαλούμαι

    verb

    appeal for validation to a (notably cited) authority

    Senator, I respectfully invoke the privileges as stated.

    Κ. Γερουσιαστά, με όλο το σεβασμό, επικαλούμαι το προηγούμενο προνόμιο.

  • αιτιώμαι

    verb
  • προβάλλω

    The violation of core labour standards cannot be invoked or otherwise used as a legitimate comparative advantage.

    Η παραβίαση των βασικών εργασιακών προτύπων δεν μπορεί να προβληθεί ή να χρησιμοποιηθεί άλλως ως νόμιμο συγκριτικό πλεονέκτημα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " invoke " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "invoke" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "invoke" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη