Μετάφραση του "jobber" σε Ελληνικά
Οι εργάτης, μεσίτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jobber" σε Ελληνικά.
jobber
noun
γραμματική
(archaic) One who works by the job. [..]
-
εργάτης
noun masculine -
μεσίτης
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " jobber " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη