Μετάφραση του "jobless" σε Ελληνικά
Το άνεργος είναι η μετάφραση του "jobless" σε Ελληνικά.
jobless
adjective
noun
Lacking employment. [..]
-
άνεργος
adjective masculineHaving no job.
I've been jobless for a few months for a few tickets.
Ήμουν άνεργος για κάποιους μήνες και μ'έδειραν για δυο εισιτήρια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " jobless " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "jobless" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ποσοστά ανεργίας
-
ανεργία
-
στο χαμηλότερο επίπεδο ...ετίας έπεσε το ποσοστό ανεργίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη