Μετάφραση του "joblessness" σε Ελληνικά

Το ανεργία είναι η μετάφραση του "joblessness" σε Ελληνικά.

joblessness noun γραμματική

The state of being jobless or unemployed. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεργία

    noun feminine

    The condition of being without remunerative employment.

    It indicates reduced prospects of re-employment and the increased risk of becoming trapped in joblessness.

    Παρουσιάζει τις μειωμένες προοπτικές εύρεσης νέας εργασίας και τον αυξημένο κίνδυνο να παγιδευτεί το άτομο στην ανεργία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " joblessness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "joblessness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "joblessness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη