Μετάφραση του "liquidator" σε Ελληνικά

Οι εκκαθαριστής, σύνδικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liquidator" σε Ελληνικά.

liquidator noun γραμματική

One who liquidates. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκκαθαριστής

    masculine

    One who liquidates

    The liquidation report submitted by the liquidator made reference to the disputed debt.

    Στην έκθεση εκκαθαρίσεως που υπέβαλε ο εκκαθαριστής αναγραφόταν η επίδικη απαίτηση.

  • σύνδικος

    The Regulation does not provide for cooperation duties between courts or liquidators and courts.

    Ο κανονισμός δεν προβλέπει καθήκον συνεργασίας μεταξύ δικαστηρίων ή μεταξύ συνδίκων και δικαστηρίων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " liquidator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "liquidator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "liquidator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη