Μετάφραση του "liquidator" σε Ελληνικά
Οι εκκαθαριστής, σύνδικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liquidator" σε Ελληνικά.
liquidator
noun
γραμματική
One who liquidates. [..]
-
εκκαθαριστής
masculineOne who liquidates
The liquidation report submitted by the liquidator made reference to the disputed debt.
Στην έκθεση εκκαθαρίσεως που υπέβαλε ο εκκαθαριστής αναγραφόταν η επίδικη απαίτηση.
-
σύνδικος
The Regulation does not provide for cooperation duties between courts or liquidators and courts.
Ο κανονισμός δεν προβλέπει καθήκον συνεργασίας μεταξύ δικαστηρίων ή μεταξύ συνδίκων και δικαστηρίων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " liquidator " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "liquidator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υγρό πιάτων
-
υγρόψυκτη λυχνία
-
σωματικό υγρό
-
Υγρός κρύσταλλος MOS
-
Υγρό, ρευστό
-
είδος βαζελίνης
-
υγρή κοπριά (υγρό λίπασμα)
-
υγρά καύσιμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη