Μετάφραση του "listener" σε Ελληνικά

Οι ακροατής, ακροάτρια, υπηρεσία ακρόασης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "listener" σε Ελληνικά.

listener noun γραμματική

Someone who listens, especially to a speech or a broadcast. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακροατής

    noun masculine

    someone who listens

    She's prompt, a good listener, and she drinks chai lattes with agave.

    Είναι άμεση, ένας καλός ακροατής, και πίνει chai Λατ με αγαύη.

  • ακροάτρια

    noun feminine

    someone who listens

    He said that you were the greatest listener he's ever met.

    Είπε ότι ήσουν η καλύτερη ακροάτρια που έχει γνωρίσει ποτέ.

  • υπηρεσία ακρόασης

    A local environment (LE) associated with an application, where the LE monitors the TCP/IP or SNA network for requests to the application.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " listener " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Listener
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ακροατής

    He is a True Listener.

    Είναι ένας αληθινός Ακροατής.

Φράσεις παρόμοιες με "listener" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "listener" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη