Μετάφραση του "listenership" σε Ελληνικά
Το ακροαματικότητα είναι η μετάφραση του "listenership" σε Ελληνικά.
listenership
noun
γραμματική
The audience who listens to a radio station or program. [..]
-
ακροαματικότητα
Noun feminineaudience
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " listenership " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη