Μετάφραση του "mountaintop" σε Ελληνικά

Οι βουνοκορφή, καταράχι, κορυφή βουνού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mountaintop" σε Ελληνικά.

mountaintop adjective noun γραμματική

The summit of a mountain. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βουνοκορφή

    noun feminine

    the summit of a mountain

    They'll take the mountaintop year's end, I heard.

    Θα κόψουν τη βουνοκορφή στο τέλος της χρονιάς, άκουσα.

  • καταράχι

    neuter

    the summit of a mountain

  • κορυφή βουνού

    feminine

    I mean, maybe somebody should be proclaiming this from a mountaintop.

    Κάποιος θα έπρεπε να το διακη - ρύξει από την κορυφή βουνού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mountaintop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mountaintop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη