Μετάφραση του "multiplication" σε Ελληνικά

Οι πολλαπλασιασμός, Πολλαπλασιασμός, αναπαραγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "multiplication" σε Ελληνικά.

multiplication noun γραμματική

(uncountable, arithmetic, mathematics) The process of computing the sum of a number with itself a specified number of times, or any other analogous binary operation that combines other mathematical objects. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολλαπλασιασμός

    noun masculine

    process [..]

    The rapporteur identifies the multiplication of mergers as being part of the globalization trend.

    Ο εισηγητής αναγνωρίζει ότι ο πολλαπλασιασμός των συγχωνεύσεων είναι μέρος της τάσης προς παγκοσμιοποίηση.

  • Πολλαπλασιασμός

    mathematical operation

    The rapporteur identifies the multiplication of mergers as being part of the globalization trend.

    Ο εισηγητής αναγνωρίζει ότι ο πολλαπλασιασμός των συγχωνεύσεων είναι μέρος της τάσης προς παγκοσμιοποίηση.

  • αναπαραγωγή

    noun feminine

    Carbonless paper is intended for the multiple duplication of documents and is made from a paper base to which layers of chemical products are applied(5).

    Το αυτογραφικό χαρτί χρησιμοποιείται για την πολλαπλή αναπαραγωγή εγγράφων και αποτελείται από βάση χαρτιού η οποία επικαλύπτεται με στρώσεις χημικών προϊόντων(5).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " multiplication " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "multiplication" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "multiplication" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη