Μετάφραση του "nullification" σε Ελληνικά

Οι ακύρωση, κατάργηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nullification" σε Ελληνικά.

nullification noun γραμματική

The act of nullifying; a rendering void and of no effect, or of no legal effect. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακύρωση

    noun

    She's admitted to possessing the materials, So the only plea you've got left is jury nullification.

    Παραδέχθηκε ότι κατείχε τα συστατικά, οπότε ο μόνος συμβιβασμός που έχει μείνει είναι η ακύρωση νόμου απ'τους ενόρκους.

  • κατάργηση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nullification " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nullification" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη