Μετάφραση του "nullity" σε Ελληνικά
Οι ακυρότητα, ακυρότης, ανυπαρξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nullity" σε Ελληνικά.
nullity
noun
γραμματική
the state of being null, or void, or invalid (e.g. nullity of marriage) [..]
-
ακυρότητα
NounThe applicant pleads, first, the nullity of the decision to reject his complaint.
Ο προσφεύγων προβάλλει, πρώτον, την ακυρότητα της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής του ενστάσεως.
-
ακυρότης
(i) Any declaration of nullity of the company by the courts;
θ) Την δικαστική απόφαση με την οποία κηρύσσεται η ακυρότης της εταιρίας.
-
ανυπαρξία
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " nullity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη