Μετάφραση του "nullify" σε Ελληνικά

Οι ακυρώνω, ακυρώσει, μηδενίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nullify" σε Ελληνικά.

nullify verb γραμματική

(transitive, law) to make legally invalid. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακυρώνω

    verb

    to make legally invalid

    I mean, it completely nullifies my list, but that's fantastic.

    Εννοώ, ακυρώνει εντελώς την λίστα μου, αλλά είναι φανταστικό.

  • ακυρώσει

    I mean, it completely nullifies my list, but that's fantastic.

    Εννοώ, ακυρώνει εντελώς την λίστα μου, αλλά είναι φανταστικό.

  • μηδενίζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταργώ
    • αχρηστεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nullify " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nullify" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nullify" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη