Μετάφραση του "numismatic" σε Ελληνικά
Το νομισματικός είναι η μετάφραση του "numismatic" σε Ελληνικά.
numismatic
adjective
γραμματική
Of or pertaining to currency, especially to coins. [..]
-
νομισματικός
adjective masculineof or pertaining to numismatics [..]
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " numismatic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "numismatic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Νομισματολογία · νομισματική · νομισματολογία
-
Νομισματικό Μουσείο Αθηνών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη