Μετάφραση του "numismatics" σε Ελληνικά
Οι νομισματολογία, νομισματική, Νομισματολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "numismatics" σε Ελληνικά.
numismatics
noun
γραμματική
The study of coins (or of medals) [..]
-
νομισματολογία
noun femininestudy of coins
Are you a fan of numismatics, otherwise known as the study or collection of money?
Σας αρέσει η νομισματολογία ή αλλιώς η μελέτη ή συλλογή νομισμάτων;
-
νομισματική
noun(b) Collections2 of historical, palaeontological, ethnographic or numismatic interest.
β) συλλογές2 που παρουσιάζουν ενδιαφέρον από άποψη ιστορική, παλαιοντολογική, εθνογραφική ή νομισματική.
-
Νομισματολογία
study of currencies, coins and paper money
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " numismatics " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "numismatics"
Φράσεις παρόμοιες με "numismatics" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νομισματικός
-
Νομισματικό Μουσείο Αθηνών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη