Μετάφραση του "obligational" σε Ελληνικά
Το υποχρεωτικός είναι η μετάφραση του "obligational" σε Ελληνικά.
obligational
adjective
γραμματική
Pertaining to, or in the nature of obligation [..]
-
υποχρεωτικός
adjective masculineBut Spider up there, you see, he ain't so obliging.
Αλλά ο Spider εκεί πάνω, δεν είναι και τόσο υποχρεωτικός ξέρεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obligational " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "obligational" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Υποχρέωση καθολικής υπηρεσίας
-
προσφυγή επί παραβάσει
-
καθήκον, (υποχρέωση)(υπηρεσία)
-
εργασιακές υποχρεώσεις
-
αναγκάζω · βιάζω · δεσμεύω · υποχρεώνω
-
εξυπηρετικός · υποχρεωτικός
-
υποχρέωση καταχώρησης
-
υποχρέωση διατροφής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη