Μετάφραση του "obliging" σε Ελληνικά
Οι εξυπηρετικός, υποχρεωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obliging" σε Ελληνικά.
obliging
adjective
verb
γραμματική
Happy and ready to do favours for others. [..]
-
εξυπηρετικός
We have just come from a meeting, thankfully, with Commissioner Rehn, who was very obliging with us.
Μόλις επιστρέψαμε από μια συνάντηση, πάλι καλά, με τον Επίτροπο Rehn, ο οποίος ήταν πολύ εξυπηρετικός απέναντί μας.
-
υποχρεωτικός
adjectiveBut Spider up there, you see, he ain't so obliging.
Αλλά ο Spider εκεί πάνω, δεν είναι και τόσο υποχρεωτικός ξέρεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obliging " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "obliging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Υποχρέωση καθολικής υπηρεσίας
-
προσφυγή επί παραβάσει
-
καθήκον, (υποχρέωση)(υπηρεσία)
-
εργασιακές υποχρεώσεις
-
αναγκάζω · βιάζω · δεσμεύω · υποχρεώνω
-
υποχρέωση καταχώρησης
-
υποχρέωση διατροφής
-
ευχαριστούμε · ευχαριστώ · σας είμαι υπόχρεος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη