Μετάφραση του "obligor" σε Ελληνικά
Το οφειλέτης είναι η μετάφραση του "obligor" σε Ελληνικά.
obligor
noun
γραμματική
(law, finance) The party bearing a legal obligation to another party, the obligee. [..]
-
οφειλέτης
noun masculineEach obligor shall be assigned to an obligor grade as Part of the credit approval process.
Κάθε οφειλέτης κατατάσσεται σε μία βαθμίδα οφειλέτη στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης της πίστωσης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obligor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη