Μετάφραση του "obstinance" σε Ελληνικά

Οι ισχυρογνωμοσύνη, ξεροκεφαλιά, πείσμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obstinance" σε Ελληνικά.

obstinance noun γραμματική

The characteristic of being obstinate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ισχυρογνωμοσύνη

    noun

    Its behaviour has often been obstinate and arrogant.

    Η ισχυρογνωμοσύνη και η υπεροψία συχνά χαρακτήριζαν τη συμπεριφορά της Επιτροπής.

  • ξεροκεφαλιά

    noun feminine
  • πείσμα

    noun neuter

    So, definitely, obstinately, for all occasions, are you going to have unrequited love for me?

    Γι`αυτό, οπωσδήποτε, με πείσμα, σε κάθε περίπτωση, σκοπεύεις να έχεις έναν μονόπλευρο έρωτα για μένα;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obstinance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "obstinance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδιάλλακτος · δύστροπος · επίμονος · επιμένω · ισχυρογνώμων · ξεροκέφαλος · πεισματάρης · πεισματικός · σπαστικός
  • αμετάπειστα
  • αδιάλλακτος · δύστροπος · επίμονος · επιμένω · ισχυρογνώμων · ξεροκέφαλος · πεισματάρης · πεισματικός · σπαστικός
  • αδιάλλακτος · δύστροπος · επίμονος · επιμένω · ισχυρογνώμων · ξεροκέφαλος · πεισματάρης · πεισματικός · σπαστικός
  • αδιάλλακτος · δύστροπος · επίμονος · επιμένω · ισχυρογνώμων · ξεροκέφαλος · πεισματάρης · πεισματικός · σπαστικός
  • αδιάλλακτος · δύστροπος · επίμονος · επιμένω · ισχυρογνώμων · ξεροκέφαλος · πεισματάρης · πεισματικός · σπαστικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obstinance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη