Μετάφραση του "obstruction" σε Ελληνικά
Οι εμπόδιο, παρεμπόδιση, απόφραξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obstruction" σε Ελληνικά.
obstruction
noun
γραμματική
The act of obstructing, or state of being obstructed. [..]
-
εμπόδιο
noun neuterSomething immaterial that stands in the way and must be circumvented or surmounted.
Looks like a partial obstruction in the smokestack.
Φαίνεται σαν να υπάρχει κάποιο εμπόδιο στη καπνοδόχο.
-
παρεμπόδιση
noun feminineI don't want to have to arrest you for obstructing justice.
Δεν θέλω να αναγκαστώ να σας συλλάβω για παρεμπόδιση της δικαιοσύνης.
-
απόφραξη
nounβούλωμα
Cornell charged me with obstruction and i-impersonating and tampering.
Cornell μου χρεώνεται με απόφραξη και i-πλαστοπροσωπία και παραποίησης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φράγμα
- παρακώλυση
- παρεμπόδιση, φράξιμο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obstruction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "obstruction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποφράζω · εμποδίζω · κωλυσιεργώ · κωλύω · μπλοκάρω · παρακωλύω · παρεμποδίζω · περιορίζω · στουπώνω · φράζω
-
εμποδίζω · παρακωλύω
-
Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια · χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
-
εμπόδιο
-
αποφραγμένος
-
αποφρακτικός
-
απόφραξη του εντέρου
-
αποφράζω · εμποδίζω · κωλυσιεργώ · κωλύω · μπλοκάρω · παρακωλύω · παρεμποδίζω · περιορίζω · στουπώνω · φράζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη