Μετάφραση του "obstruct" σε Ελληνικά

Οι εμποδίζω, φράζω, παρεμποδίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obstruct" σε Ελληνικά.

obstruct verb γραμματική

To block or fill (a passage) with obstacles or an obstacle. See Synonyms at block. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμποδίζω

    verb

    I believe in protecting my property without obstructing the view.

    Πιστεύω στην προστασία της περιουσίας μου χωρίς να εμποδίζω τη θέα.

  • φράζω

    Verb

    The window shall not be obstructed in any way by either internal or external attachments.

    Το άνοιγμα διαφυγής δεν φράζεται με οποιοδήποτε τρόπο είτε με εσωτερικά ή εξωτερικά προσαρτήματα.

  • παρεμποδίζω

    verb

    I hope you have cause, or you're looking at obstruction of justice.

    Ελπίζω να έχεις λόγο, αλλά παρεμποδίζεις τη δικαιοσύνη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποφράζω
    • παρακωλύω
    • περιορίζω
    • κωλύω
    • μπλοκάρω
    • στουπώνω
    • κωλυσιεργώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obstruct " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "obstruct" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εμποδίζω · παρακωλύω
  • Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια · χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
  • εμπόδιο
  • αποφραγμένος
  • · απόφραξη · εμπόδιο · παρακώλυση · παρεμπόδιση · παρεμπόδιση, φράξιμο · φράγμα
  • αποφρακτικός
  • απόφραξη του εντέρου
  • · απόφραξη · εμπόδιο · παρακώλυση · παρεμπόδιση · παρεμπόδιση, φράξιμο · φράγμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obstruct" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη