Μετάφραση του "obstructive" σε Ελληνικά

Το αποφρακτικός είναι η μετάφραση του "obstructive" σε Ελληνικά.

obstructive adjective noun γραμματική

Causing obstructions. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποφρακτικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obstructive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "obstructive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποφράζω · εμποδίζω · κωλυσιεργώ · κωλύω · μπλοκάρω · παρακωλύω · παρεμποδίζω · περιορίζω · στουπώνω · φράζω
  • εμποδίζω · παρακωλύω
  • Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια · χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
  • εμπόδιο
  • αποφραγμένος
  • · απόφραξη · εμπόδιο · παρακώλυση · παρεμπόδιση · παρεμπόδιση, φράξιμο · φράγμα
  • απόφραξη του εντέρου
  • αποφράζω · εμποδίζω · κωλυσιεργώ · κωλύω · μπλοκάρω · παρακωλύω · παρεμποδίζω · περιορίζω · στουπώνω · φράζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obstructive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη