Μετάφραση του "office worker" σε Ελληνικά
Οι υπάλληλος, υπάλληλος γραφείου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "office worker" σε Ελληνικά.
office worker
noun
γραμματική
Someone who works in an office.
-
υπάλληλος
noun masculineI don't want to be an office worker.
Δεν θέλω να γίνω υπάλληλος γραφείου.
-
υπάλληλος γραφείου
masculineFor example, an athlete has more red blood cells than an office worker.
Επί παραδείγματι, ένας αθλητής έχει περισσότερα ερυθρά αιμοσφαίρια παρά ένας υπάλληλος γραφείου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " office worker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη