Μετάφραση του "opened" σε Ελληνικά

Το ανοιχτός είναι η μετάφραση του "opened" σε Ελληνικά.

opened adjective verb

Simple past tense and past participle of open. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανοιχτός

    adjective masculine

    Not closed, something that has been opened.

    Because the definition of morality is open to interpretation.

    Επειδή ο ορισμός της ηθικής είναι ανοιχτός σε ερμηνείες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " opened " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "opened" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "opened" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη