Μετάφραση του "openhanded" σε Ελληνικά

Οι απλοχέρης, ανοιχτοχέρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "openhanded" σε Ελληνικά.

openhanded adjective verb adverb γραμματική

(of a punch etc) Done with an open hand rather than a fist [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απλοχέρης

    adjective

    γενναιόδωρος, σπάταλος

  • ανοιχτοχέρης

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " openhanded " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "openhanded" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη