Μετάφραση του "opener" σε Ελληνικά
Οι ανοιχτήρι, άνοιγμα, κονσέρβα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "opener" σε Ελληνικά.
A device that opens something; specifically a tin-opener/can-opener, or a bottle opener. [..]
-
ανοιχτήρι
noun neuterdevice that opens something
You couple that with an insatiable greed, and you come up with the perfect door opener.
Βάλε το, αυτό, μαζί με μία ακόρεστο απληστία και έχεις το τέλειο ανοιχτήρι πόρτας.
-
άνοιγμα
nounThe garment has a collar and a partial opening at the front with buttoning right over left.
Το ένδυμα αυτό έχει γιακά, διαθέτει μερικό άνοιγμα μπροστά με κουμπιά από δεξιά προς αριστερά.
-
κονσέρβα
nounYou open a luncheonette, you gotta cook.
Ανοίγεις μια κονσέρβα και πρέπει να την μαγειρέψεις.
-
μπουκάλι
nounI crack open the ice tea, and it starts to make a noise.
'νοιξα το μπουκάλι με το παγωμένο τσάι, και ξεκίνησε να κάνει έναν θόρυβο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " opener " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "opener"
Φράσεις παρόμοιες με "opener" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τζάκι
-
ανοικτό κύκλωμα
-
χωρίς περιορισμούς
-
αρτισύστατος · νεότευκτος · πρόσφατα εγκαινιασθείς
-
Ανοικτό σμήνος