Μετάφραση του "outflow" σε Ελληνικά

Οι εκροή, πηγή, εκρέω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "outflow" σε Ελληνικά.

outflow verb noun γραμματική

The process of flowing out [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκροή

    Therefore, they are assessed continually to determine whether an outflow of resources embodying economic benefits has become probable.

    Συνεπώς, εκτιμώνται συνεχώς για να προσδιοριστεί, αν μια εκροή πόρων, που ενσωματώνουν οικονομικά οφέλη έχει καταστεί πιθανή.

  • πηγή

    noun feminine
  • εκρέω

    Verb

    To flow outward

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " outflow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "outflow" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "outflow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη