Μετάφραση του "oxidate" σε Ελληνικά

Οι οξειδώνω, σκουριάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oxidate" σε Ελληνικά.

oxidate verb noun γραμματική

(dated)(chemistry) to oxidize [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οξειδώνω

    verb
  • σκουριάζω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oxidate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "oxidate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oxidate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη