Μετάφραση του "oxidate" σε Ελληνικά
Οι οξειδώνω, σκουριάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oxidate" σε Ελληνικά.
oxidate
verb
noun
γραμματική
(dated)(chemistry) to oxidize [..]
-
οξειδώνω
verb -
σκουριάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oxidate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "oxidate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πυριτίου-οξειδίου-νιτριδίου-οξειδίου-πυριτίου
-
οξιδοαναγωγή
-
Οξείδιο του λιθίου
-
Βαρίστορ οξειδίου μετάλλου
-
Οξείδιο ινδίου-ψευδαργύρου
-
Βαρύ ύδωρ
-
Θυρίστορ ελεγχόμενο μέσω ημιαγωγού-οξειδίου μετάλλου
-
Ημιαγωγός Πυριτίου-Νιτριδίου-Οξειδίου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη