Μετάφραση του "oxidation" σε Ελληνικά
Οι οξίδωση, οξείδωση, Οξείδωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oxidation" σε Ελληνικά.
The combination of a substance with oxygen. [..]
-
οξίδωση
A chemical reaction that increases the oxygen content of a compound.
This oxidation must not chemically modify the lecithin phosphatides
Η οξίδωση αυτή δεν πρέπει να προκαλεί χημική μετατροπή των λεκιθινικών φωσφατιδίων
-
οξείδωση
noun feminineRelevant emissions occur during calcination and from the oxidation of organic carbon in the raw materials.
Σχετικές εκπομπές σημειώνονται κατά την πύρωση και κατά την οξείδωση του οργανικού άνθρακα των πρώτων υλών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oxidation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Οξείδωση
Oxidation of the ethanol in the distillate by potassium dichromate.
Οξείδωση της αιθανόλης του αποστάγματος με διχρωμικό κάλιο.
Φράσεις παρόμοιες με "oxidation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πυριτίου-οξειδίου-νιτριδίου-οξειδίου-πυριτίου
-
οξιδοαναγωγή
-
Οξείδιο του λιθίου
-
Βαρίστορ οξειδίου μετάλλου
-
Οξείδιο ινδίου-ψευδαργύρου
-
Βαρύ ύδωρ
-
Θυρίστορ ελεγχόμενο μέσω ημιαγωγού-οξειδίου μετάλλου
-
Ημιαγωγός Πυριτίου-Νιτριδίου-Οξειδίου