Μετάφραση του "perfumer" σε Ελληνικά
Το αρωματοποιός είναι η μετάφραση του "perfumer" σε Ελληνικά.
perfumer
noun
γραμματική
A person who creates new perfumes [..]
-
αρωματοποιός
expert on creating perfume compositions
No man can rightly call himself a perfumer, unless he has proved his worth in that hallowed place.
Κανένας δε μπορεί να αυτοαποκαλείται αρωματοποιός αν δεν έχει αποδείξει την αξία του σ'αυτόν τον αγιασμένο τόπο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " perfumer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "perfumer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρωματοποιία
-
μπουκάλι αρώματος
-
Το άρωμα
-
μυρωμένος
-
A pleasant fragrance for women · άρωμα · αρωματίζω · ευωδιά · η μυρωδιά · το άρωμα
-
A pleasant fragrance for women · άρωμα · αρωματίζω · ευωδιά · η μυρωδιά · το άρωμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη